Ο Π. ήταν ιδιοκτήτης μιας στάνης κι ενός κοπαδιού από πρόβατα που του έδιναν τα προς το ζην – λίγο το γάλα, λίγο το μαλλί, λίγο το κρέας, ο κύκλος της χρονιάς έκλεινε με ένα πενιχρό κέρδος που τον βοηθούσε να τα φέρνει κάπως βόλτα. Τα πρόβατά του τα φρόντιζε και τα περιποιόταν και τα είχε πάντα όμορφα και ζηλευτά, σε άριστη κατάσταση. Μια μέρα, μπαίνοντας στη στάνη, πρόσεξε μερικές σταγόνες αίμα στο πάτωμα. Νόμισε ότι κάποιο πρόβατο είχε πληγωθεί, τα έψαξε, αλλά δεν είδε τίποτα το ανησυχητικό. Την επομένη πάλι τα ίδια, αίματα παντού. Τρόμαξε, πήρε τον κτηνίατρο επειδή φοβήθηκε για ευλογιά, αλλά δεν εντόπισε άλλα συμπτώματα, ούτε είδε φανερές πληγές. Σκέφτηκε ότι κάποιο άγριο ζώο έκανε τη ζημιά, πιθανόν να τα κυνηγούσε και το αίμα να ήταν από καμιά δαγκωνιά. Αποφάσισε να στήσει καραούλι στη στάνη, να δει τι συμβαίνει. Περίμενε όλο το πρωί, τίποτα, πέρασε το μεσημέρι, ησυχία, σκεφτόταν την ακατάσχετη αιμορραγία της Τζέλας (το όνομα είναι πραγματικό) και το ποσό που θα έπρεπε να δώσει στον κτηνίατρο για να τη σώσει, σκεφτόταν ότι η Σούζι χρειαζόταν κούρεμα και τις δουλειές που έπρεπε να κάνει στη στάνη, όταν, τσουπ, εμφανίστηκε ο φίλος του ο Γ. με πολύ ύποπτη συμπεριφορά και διάθεση κλέφτη. Κοιτάζει δεξιά-αριστερά, βεβαιώνεται ότι δεν τον βλέπει κανείς και πλησιάζει μια προβατίνα. Ο Π. στην αρχή νόμισε ότι είχε έρθει να του κλέψει το γάλα, αλλά όταν είδε τον Γ. να χουφτώνει τα οπίσθια της Τζέλας και να ξεκουμπώνει το παντελόνι του, δεν πίστευε στα μάτια του! Κρυμμένος πίσω από τη μάντρα παρακολουθούσε το θέαμα σε ολόκληρο το μεγαλείο του, αλλά δεν έβγαζε τσιμουδιά. Ο Γ. ήταν παιδικός του φίλος, είχαν στενές οικογενειακές σχέσεις και με την εικόνα που είχε μόλις αντικρίσει του είχε έρθει ο ουρανός σφοντύλι!

Κείμενο: Μαρία Φανφάνη
Εικονογράφηση: Dreyk The Pirate

Η συνέχεια στο τεύχος 3 (ΦΙΛΟΙ)  που μπορείς να αγοράσεις με ένα κλικ εδώ και στα κεντρικά περίπτερα Αθήνας και Θεσσαλονίκης.