«Πολλά χρόνια έρευνας και πάθους κατέληξαν σε αυτόν τον δίσκο, την πρώτη συλλογή με ηχογραφήσεις του θρυλικού Έλληνα δεξιοτέχνη βιολιτζή Αλέξη Ζούμπα. Ελάχιστοι προπολεμικοί μουσικοί έχουν εντρυφήσει τόσο βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και αυτή η συλλογή παρουσιάζει τα πιο υπνωτικά και απόκοσμα κομμάτια του, όλα ηχογραφημένα στη Νέα Υόρκη από το 1926 μέχρι το 1928. Ένα εκτενές κείμενο και αδημοσίευτες φωτογραφίες καθώς και ένα αυθεντικό σχέδιο του R. Crumb συνοδεύουν την έκδοση»… Αυτά γράφουν στο soundcloud της εταιρίας που τον κυκλοφορεί στην Αμερική και ξαναδίνουν ζωή στα ηπειρώτικα κομμάτια του σπουδαίου μουσικού που έπαιξε σε συγκλονιστικά σχήματα στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο και συνόδεψε σπουδαίες φωνές όπως της κυρίας Κούλας, της Μαρίκας Παπαγκίκα και της Αμαλίας Βάκα, αλλά δεν έγινε ποτέ το όνομα που του άξιζε.

static.squarespace.com

«Παρόλο που στην Αμερική κανείς δεν θυμάται το όνομά του, ήταν ένας σπουδαίος μουσικός και στην Ελλάδα τον θεωρούσαν κορυφαίο στο είδος του, κάτι ανάλογο με τον Robert Johnson και το Charlie Patton», αναφέρεται στο διθυραμβικό κείμενο στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το δίσκο.

Ο Αλέξης Ζούμπας γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1883 στο Γραμμένο Ιωαννίνων σε μία οικογένεια με άλλα πέντε παιδιά, δύο αγόρια και τρία κορίτσια. Τα δυο αδέρφια του ήταν τεχνίτες, αλλά αυτός από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με το βιολί και έγινε το μοναδικό του ενδιαφέρον. Μέχρι το ξεκίνημα του 20ού αιώνα ήταν ήδη ένας από τους καλύτερους οργανοπαίχτες των Ιωαννίνων αλλά με τα ελάχιστα λεφτά που έβγαζε από τα πανηγύρια ήταν πολύ δύσκολο να ζήσει τη γυναίκα του Μαρίνα και τις δυο του κόρες, την Χριστίνα και την Άννα. Έτσι, ένα πρωί του 1910 μπήκε στο πλοίο για την Κέρκυρα μαζί με την τοπική κομπανία και από εκεί βρέθηκε στην Αμερική. Για πάντα.

Από τις πρώτες μέρες στην Αμερική ο Αλέξης άρχισε να παίζει σε ελληνικά «οριεντάλ» κλαμπ και σε εστιατόρια του Μανχάταν, στέλνοντας όλα τα λεφτά που έβγαζε στην οικογένειά του στην Ελλάδα. Και τα επόμενα χρόνια συνόδεψε με το βιολί του μερικές από τις πιο μεγάλες φωνές του δημοτικού τραγουδιού και του σμυρνέικου που ήταν φίρμες εκείνη την εποχή στην Αμερική: της κυρίας Κούλας, της Μαρίκας Παπαγκίκα και της Αμαλίας Βάκα. Όλες του οι προσωπικές ηχογραφήσεις έγιναν σε διάστημα τρισήμισι χρόνων, με το κύριο μέρος τους να καταγράφεται σε μερικές πλάκες γραμμοφώνου το 1928.Τότε περίπου ήρθε στην Ελλάδα για τον γάμο της κόρης του Χριστίνας με τον κλαριντζή Τάσο Χαλκιά και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη τον ίδιο Ιούλιο. Το 1930 ηχογράφησε άλλες τέσσερις πλευρές που ήταν και οι τελευταίες του γιατί το μεγάλο κραχ και το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου είχαν φέρει μεγάλες δυσκολίες στη μουσική βιομηχανία, έτσι τα πιο πολλά στούντιο ηχογράφησης έκλεισαν. Ο Αλέξης συνέχισε να παίζει σε μαγαζιά, αλλά δεν ξαναηχογράφησε.

Το 1941 έχασε στον βομβαρδισμό των Ιωαννίνων όλη του την οικογένεια, τη γυναίκα του, την κόρη του Χριστίνα και τα δύο της αγόρια, ενώ η μοίρα της άλλης του κόρης δεν έγινε ποτέ γνωστή. Τίποτα δεν υπήρχε πια να τον συνδέει με την Ελλάδα και δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Μέχρι το τέλος του 1941 ο Αλέξης μετακόμισε στο Σικάγο και το 1943 πήγε στο Ντιτρόιτ. Τον Ιανουάριο του 1946 αρρώστησε και στις 7 Φεβρουαρίου πέθανε από πνευμονία. Ήταν 63 χρονών.

Μετά τη φωνή της Μαρίκας Παπαγκίκα, είναι ο δεύτερος Έλληνας μουσικός εκείνης της εποχής που ανακαλύπτουν οι Αμερικάνοι.

Προσοχή, αυτό που ακούγεται εδώ είναι μόνο βιολί [όχι κλαρίνο]: